του Περικλή Βανδώρου

Είπαμε να διακόψουμε για λίγο τη ρουτίνα της καθημερινότητας που είναι σταθερά γαρνιρισμένη με υπερβολική δόση άγχους, να ανοίξουμε μια ομπρέλα στη βροχή ειδήσεων που μόνο ταχυκαρδία μας προκαλούν, να αναπολήσουμε στιγμές ανεμελιάς και ρομαντισμού που (δυστυχώς) τόσο μας λείπουν τελευταία… Να αντικαταστήσουμε λέξεις όπως κρίση, χρέη, γιούρογκρουπ, κούρεμα, πλεόνασμα, ΕΝΦΙΑ… με λέξεις όπως σεληνόφως, όνειρο, γειτονιά, χαλάρωση, αναμνήσεις, νοσταλγία, νοσταλγία, νοσταλγία… Να προσπεράσουμε διλήμματα όπως ευρώ ή δραχμή, μνημόνιο ή σύμφωνο, τρόικα ή θεσμοί, Μέρκελ ή Σόιμπλε, ανάπτυξη ή χρεοκοπία και να πάμε για λίγο σε διλήμματα όπως κωμωδία ή ταινία δράσης, ποπ-κορν ή σπόρια, χοτ-ντογκ ή πατατάκια, Μπραντ Πιτ ή Λεονάρντο Ντι Κάπριο, Μόνικα Μπελούτσι ή Πενέλοπε Κρουζ… Αχ και να μπορούσαμε να δούμε και κανένα γουέστερν, κανένα Βέγγο, Τσίτσο και Φράνκο, Βουγιουκλάκη, Χούλια Κότσγιγιτ και Τουρκάν Σοράι, Τζον Γουέϊν και Ράκελ Γουέλς…

Θα μου πείτε πως, χρόνια τώρα, έχει χυθεί πολλή μελάνη σε μελοδραματικούς ύμνους για τα θερινά τα σινεμά. Εκείνους δε τους στίχους από το – καταπληκτικό, τω όντι - τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη, τους έχουν κάνει καραμέλα σε κάθε αναφορά για αυτούς, θαρρείς και όλοι οι «σινεμάδες» είχαν αγιόκλημα και γιασεμιά και όχι κισσούς και αγράμπελη και αναρριχόμενες τριανταφυλλιές για να εμποδίζουν εμάς τους πιτσιρικάδες – τζαμπατζήδες να σκαρφαλώνουμε στην περίφραξη… Ας μη γινόμαστε μίζεροι όμως καθώς τίποτα μα τίποτα δεν αναδύει τόσο έντονα το άρωμα του καλοκαιριού σε όλους εμάς που είμαστε καταδικασμένοι να ξεκαλοκαιριάσουμε σε αστικό κέντρο, απ’ ότι ένας θερινός κινηματογράφος… Είναι τελικά μια ζωντανή παράδοση που, όπως τα αποδημητικά πουλιά μας θυμίζουν ότι ήρθε η άνοιξη, έτσι και τα θερινά σινεμά σηματοδοτούν τον ερχομό του καλοκαιριού. Βιαστικός και ανυπόμονος, χαιρόμουν προκαταβολικά βλέποντας στους χειμερινούς κινηματογράφους την πινακίδα «¨Εναρξις τον Σεπτέμβριο»…
Είναι πολλές οι ψηφίδες που συνθέτουν αυτή τη «μαγεία» και τη διαφοροποιούν από την άλλη – κατ’ εμέ, μικρότερη - «μαγεία» του κανονικού, κλειστού, χειμερινού κινηματογράφου. Πρώτα απ’ όλα, έχουμε εναλλακτικές λύσεις όταν η ταινία αποδειχθεί «φέσι», χρησιμοποιώντας την παλιά, σινεφίλ, ορολογία. Μπορείς να ρεμβάσεις περιπλανόμενος στον έναστρο ουρανό, να παρακολουθήσεις τα φώτα που αναβοσβήνουν στις διπλανές πολυκατοικίες, να φέρνεις ένα γύρο το βλέμμα σου μήπως και δεις πιτσιρικάδες σκαρφαλωμένους στην περίφραξη ή «φιλοξενούμενους» στα μπαλκόνια των περιοίκων, να ακούσεις το χαλίκι να «τρίζει» στα βήματα όσων αργοπορημένων μπαίνουν στο χώρο... Μπορείς να απολαύσεις την απόλυτη δημοκρατία τρώγοντας, πίνοντας, καπνίζοντας, απλώνοντας τα πόδια σου στην μπροστινή πάνινη καρέκλα, χωρίς να ενοχλείς κανένα… Και βέβαια – εδώ δεν βάζουμε τη λέξη «μπορείς», γιατί – δεν υπάρχει άνθρωπος που έχει πατήσει τα πρώτα «…ηντα» και, μόλις μπαίνει σε θερινό σινεμά, αυτόματα, δεν έρχονται στην επιφάνεια συναισθήματα και βιώματα που κάπου μέσα του ήταν ξεχασμένα, δεν πλημυρίζει ο νους από αναμνήσεις, αναμνήσεις, αναμνήσεις…

Υπάρχουν και κάποια πράγματα που έφυγαν ανεπιστρεπτί, παραμένουν όμως βαθειά χαραγμένα στη μνήμη μας. Όπως ο χαρακτηριστικός ήχος της μηχανής προβολής, εκείνο το «τσικ-τσικ» που ήταν έντονο αν καθόσουν κοντά στο καμαράκι του μηχανικού προβολής. Τώρα όλα είναι ηλεκτρονικά, δεν υπάρχουν εκείνες οι ασήκωτες μπομπίνες και δεν συναντάς στο δρόμο μηχανάκια να τρέχουν δαιμονισμένα για να προλάβουν τις πάνε στον άλλο κινηματογράφο που τις μοιραζότανε. Δεν υπάρχουν τα τραγούδια (Καζαντζίδης κυρίως και άλλα λαϊκά) που ακούγονταν από τα αθλίας ποιότητος ηχεία στα διαλείμματα. Τώρα η ποιότητα του είναι καλή αλλά δεν είναι (και καλά κάνει) και Dolby surround που έχουν οι κλειστές αίθουσες και ιδιαίτερα οι multiplex κινηματογράφοι, που καθόλου δεν μου αρέσουν. Οι πραγματικοί κινηματογραφόφιλοι δεν αποζητούν την απόλυτη ποιότητα αλλά την ατμόσφαιρα, την «μαγεία» που λέγαμε παραπάνω. Δεν έχουμε τα γνωστά συνθήματα της γαλαρίας όπως «χασάπη γράμματα» και «κάρβουνοοοοο» όταν η εικόνα γινόταν αχνή μέχρι να μαυρίσει τελείως η οθόνη όταν ο μηχανικός δεν προλάβαινε να αλλάξει καρβουνάκια στις ψήκτρες ή «οι πρωινοί να φεύγουν» όταν υπήρχαν όρθιοι που δεν εύρισκαν θέση. Δεν έχουμε κινηματογράφους Β΄ προβολής που έπαιζαν συνήθως ένα ελληνικό και ένα ξένο έργο ή, κάπως παλαιότερα ένα ελληνικό και ένα τουρκικό, όπου και παρατηρούνταν μεγάλη συνάθροιση γιαγιάδων που συνομιλούσαν (!!!) με τους πρωταγωνιστές ή έβαζαν το εγγόνι τους να διαβάζει μεγαλοφώνως τους υπότιτλους που δεν έβλεπαν να διαβάσουν οι ίδιες. Πάνε και τα παιδιά (συνήθως) με τον ταμπλά κρεμασμένο από το λαιμό να διαλαλούν «λεμονάδες, γκαζόζες, φρέσκα σάντουιτς, ροξ. Και μπιράλ και ταμ-ταμ έχωωωωω…» . Λείπουν τα σχόλια και ο στραγαλοπόλεμος από τα πίσω καθίσματα. Δεν έχουμε πια γιγαντοαφίσες – πραγματικά έργα τέχνης για τη διαφήμιση των ταινιών. Δεν έχει «Ελληνικά επίκαιρα» και μπόλικα «προσεχώς» για να αναφωνήσει κάποιος «δείξε μας τι θα παίξεις και το Πάσχα…». Αλλά, θα μου πείτε, εδώ δεν έχει καν ασπρόμαυρες ταινίες !!!
Όσοι δεν έχουν ζήσει αυτή η την ατμόσφαιρα των θερινών κινηματογράφων, μπορεί να χαρακτηρίσουν μελό αυτό το σημείωμα. Είμαι σίγουρος όμως ότι οι περισσότεροι θα θυμηθούν το «Ρεξ» και το «Αλεξ», το «Ντοβίλ» στο Καραμπουρνάκι, το «Ακταίον» στην Αρετσού, το «Μαριάνα» στον Φοίνικα… Αλλά και τους «κλειστούς», την «Όλγα», το «Θερμαϊκόν», το «Λίντο»… Παρακαλώ, μοιραστείτε μαζί μου αυτές τις αναμνήσεις για να τις μεταφέρουμε σε επόμενο δημοσίευμα του περιοδικού. Τηλ. 2313-314173 και στο Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Κλείνοντας, να υπογραμμίσουμε ότι, εδώ και χρόνια, δεν υπάρχει στην Καλαμαριά ούτε θερινός ούτε χειμερινός κινηματογράφος. Τα πρώτα τα «έφαγε» η αντιπαροχή, τα δεύτερα έγιναν σούπερ-μάρκετ. Είμαστε περήφανοι που υπήρξαμε από τους πρώτους Δήμους σε όλη την Ελλάδα που δημιούργησαν Δημοτικό Θερινό Κινηματογράφο: την «ΑΥΡΑ», κυριολεκτικά μια δροσερή αύρα τους καλοκαιρινούς μήνες, στην ακρογιαλιά της Αρετσούς. Αξίζει να την επισκεπτόμαστε τακτικά. Και για τη δική μας απόλαυση, και για την επιβίωσή της. Τα θερινά σινεμά άντεξαν στην επίθεση της τηλεόρασης, των βιντεοκλάμπ, των δορυφορικών καναλιών… Τώρα πρέπει να αντέξουν και στην εισβολή του home cinema και του internet που μας δίνει τη δυνατότητα να κατεβάζουμε όποια ταινία θέλουμε… Η «ΑΥΡΑ»| μας, πρέπει να εξακολουθήσει να δροσίζει τα καλοκαίρια μας…

 

(Αναδημοσίευση από τον ΠΟΛΙΤΗ Κ)

DMC Firewall is developed by Dean Marshall Consultancy Ltd