Υπογράφει ο Θανάσης Γιώγλου


"Μαυραγορίτης μάγκας τσιράκι του βαλέ
τέτοιος λεβέντης άντρας μες στο Γεντί Κουλέ
Φτωχιά Θεσσαλονίκη, Καλαμαριά πικρή
ο βίος καταδίκη κι η φτώχεια φυλακή"

Νομίζω πως αν δεν γνωρίζαμε και ψάχναμε το συνθέτη αυτού του ζεϊμπέκικου με τους στίχους του Μιχάλη Μπουρμπούλη και τη φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου, δεν θα διαλέγαμε σαν πρώτη επιλογή τον Γιώργο Χατζηνάσιο. Κι αυτό γιατί , μέχρι το 1981 που ηχογραφήθηκε το τραγούδι, αν και είχε γράψει πολύ γνωστά λαϊκά, όπως «Αφιλότιμη», «Να ’χα τα χρόνια σου», «Με λένε Γιώργο» κ.α, συνδέθηκε κυρίως με άλλου ύφους ρεπερτόριο. Θυμάμαι πρόχειρα «Τα γαλάζια σου γράμματα» , «Θα ’θελα να ήσουν», «Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ», «Ζω» και φυσικά το «Μάθημα Σολφέζ», με το οποίο η Ελλάδα βρέθηκε στην 5η θέση της Εurovision το 1977.

 

Ο δίσκος του Χατζηνάσιου στον οποίο υπάρχει ο «Μαυραγορίτης μάγκας» είναι «Τα συναξάρια» που κυκλοφόρησε από την Polygram το 1981, με τη σφραγίδα της φωνής του Μητροπάνου και με στίχους Μιχάλη Μπουρμπούλη, Μάνου Ελευθερίου, Μάνου Κουφιανάκη και Κυριάκου Ντούμου, που σ’ αυτή τη δουλειά, έγραψε ένα ακόμη τραγούδι με «Άρωμα Θεσσαλονίκης» :

"Θεσσαλονίκη, Σαββατόβραδο κι Απρίλης
και να μου δίνεις τον καημό μ ’απλοχεριά
σε κάποια απόμερη γωνιά της Νέας Κρήνης
με το τζουκ-μποξ να με γυρίζει στα παλιά…"

Οι πωλήσεις ξεπέρασαν τις 50.000, ο δίσκος «χρυσώθηκε» ενώ τα περισσότερα τραγούδια έγιναν διαχρονικές επιτυχίες. «Η αγάπη χάθηκε», «Μια παρέα είμαστε», «Στη μνήμη ενός παλιού ρεμπέτη»… Ο «Μαυραγορίτης μάγκας», με το χαρακτηριστικό σόλο του Κώστα Παπαδόπουλου στο μπουζούκι, πέρασε, μάλλον, σε δεύτερη μοίρα… Πριν από 3-4 χρόνια ο στιχουργός του τραγουδιού Μιχάλης Μπουρμπούλης, μου παραχώρησε, πολύ ευγενικά, το παρακάτω κείμενο και τον ευχαριστώ ιδιαιτέρως.

 

"Το 1961 υπηρετούσα στρατιώτης στην Θεσσαλονίκη ως Ασυρματιστής
στο 478 Τάγμα Διαβιβάσεων. Ήξερα καλά από τις ερασιτεχνικές αναγνώσεις μου
την ιστορία της πόλης. Εκείνο που με έθλιβε όμως ήταν η ταχύτατη ανοικοδόμηση
και τα αποτελέσματα αυτής: Το γκρέμισμα θαυμάσιων σπιτιών του παρελθόντος,
καθώς και η εγκατάλειψη των υπαρχόντων μνημείων. Συντήρηση σχεδόν καμία.
Μέρα με την ημέρα περίμενα να γκρεμίσουν και τον Λευκό Πύργο. Την διάθεση
την είχαν οι εργολάβοι, αλλά δεν το τόλμησαν ευτυχώς γιατί φοβήθηκαν τα κεφάλια τους.
Τότε άρχισα και τις επισκέψεις σε ό,τι είχε διασωθεί. Απόρησα γιατί οι γερμανοί
δεν ισοπέδωσαν το Εβραϊκό Νεκροταφείο. Η απορία μου μένει ακόμη αναπάντητη.
Όταν τελείωσα με τις εκκλησίες και ό,τι άλλο έκρυβε για μένα μυστήριο
και ενδιαφέρον, άρχισα τις επισκέψεις στην Άνω Πόλη και ειδικά στο Επταπύργιο.
Εκεί βρήκα αρκετά διασωσμένα σπίτια που έδιναν κάπως τον παλαιικό χαρακτήρα
της συνοικίας. Μέσα στο Κάστρο υπήρχαν πολλοί φτωχοί που ζούσαν
σε σχεδόν εγκαταλελειμμένα οικήματα. Ρωτούσα να μου εξηγήσουν το κάθε τι
που έβλεπα. Γυναίκες με φτωχικά ρούχα, παιδιά αδύνατα μέσα στις λάσπες
να παίζουν ανυποψίαστα. Άντρες κατσούφηδες, με εργαλεία στα χέρια, να πηγαινοέρχονται
λες και ήταν επιστρατευμένοι. Εκεί είδα και γνώρισα, μιαν άλλη Θεσσαλονίκη.
«Αλήθεια», σκέφτηκα, «ποιά από τις δύο “Θεσσαλονίκες” είναι η πραγματική;».
Το Γεντί Κουλέ και η ιστορία που έκρυβε στα σπλάχνα του, μου τράνταξαν τα σωθικά.
Ρώταγα, ρώταγα, κάποιοι μου είπαν ότι υπήρχαν ακόμη εν ζωή μερικοί που βίωσαν
την φυλακή και πλησίασαν τον θάνατο. Μου τόνισαν πως δεν ήταν όλοι ήρωες, υπήρχαν και κάτι “καλόπαιδα” που κανονικά πλήρωσαν τις πράξεις τους.
Μετά ακολούθησε σιωπή, λες και μεταξύ τους συνεννοήθηκαν να μην με εμπιστεύονται. Ίσως για τον λόγο αυτό να έφταιγε η ύποπτη, κατ’ εκείνους, επιμονή μου
και τα στρατιωτικά ρούχα που φορούσα. Μπήκα σε κάνα-δυο ταβερνεία, αλλά και εκεί
άρχων Νόμος η σιωπή. Δεν σταμάτησα. Όταν το μυαλό μου φορτώθηκε και δεν άντεχε άλλο, δεν ξαναπήγα. Έμεινα με την σκιώδη ανάμνηση.
Να γιατί, όταν ο Γ. Χατζηνάσιος δημιουργούσε τα «ΣΥΝΑΞΑΡΙΑ» με τον Δημήτρη. Μητροπάνο και ζήτησε την συμμετοχή μου, έγραψα το «ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΗΣ ΜΑΓΚΑΣ». Το θεωρούσα σαν μια συμβολική προσφορά για τα χρόνια, τους ανθρώπους και μιαν άλλη “φυλή” που στριμώχτηκε, έζησε ή πέθανε στα σκοτεινά μπουντρούμια εκείνης της κόλασης, για διάφορους λόγους, είτε ηθικούς, είτε εγκληματικούς. Το να προσπαθήσεις
να ξεδιαλύνεις τους μεν από τους δε, είναι άλυτο πρόβλημα που επιμένει να ζει στον χώρο του μυστηρίου".

Μιχάλης Μπουρμπούλης.


DMC Firewall is a Joomla Security extension!