«Καλαμαριά»


Μαύρη κατάρα το ξερίζωμα
Απ’ της πατρίδας τις φωλιές.
Της προσφυγιάς ο δρόμος τραγικός
Κι’ αβάσταγος καημός και θρήνος.
Κυνηγημένο ανθρώπινο κοπάδι
Οι πρόσφυγες,
Σπαθιού μαχαίρας και ρομφαίας πομεινάρι,
Σε σε κονέψαμε,
Φτωχή Καλαμαριά.
Σίφουνας βούιζε ο καημός,
Καυτή βροχή το πονεμένο δάκρυ.
Στους ξύλινους θαλάμους, στα τσαντίρια σου,
Στη συρματόφραχτη φριχτή σου καραντίνα,
Όσες ψυχές απ’ την πατρίδα απόζησαν,
Στοιβάχτηκαν του χάρου βρώση,
Κι έπεσε εκείνος άγριος
Ν’ αποτελειώσει της σφαγής τ’ ανείπωτο το δράμα.
‒ Ω τι φριχτός κι’ εκείνος ο χαμός! ‒
Ατέλειωτες οδέψανε στο «Λόφο του Ασυρμάτου»
Και ξεκληρίστηκαν γενιές.
Κλείσανε σπίτια,
Χάθηκαν νιάτα.
Όσοι απομείναν, ράκη τραγικά,
Άλλοι τους δρόμους πήρανε για της Μακεδονίας τις πλαγιές
Να συνεχίσουνε το δράμα τους,
Στήνοντας κει φωλιές αγροτικές,
Στ’ αλέτρι αμάθητοι,
Στο μόχτο ακούραστοι,
Στη θέρμη βουτηγμένοι,
Κι όσοι σε σένα μείναμε,
Φτωχή Καλαμαριά,
Μέσα στην κρύα λάσπη σου,
Μες στους βαρείς χειμώνες,
Στο χιόνι, στο Βαρδάρη, στη βροχή,
Καθημερινά για το Ντεπώ οδεύαμε,
Γυμνοί, φτωχοί και καταφρονεμένοι,
Δίχως ψωμί, χωρίς φωτιά,
Την πόρεψη να βρούμε της ζωής.
Κι’ αδράξαμε τη μοίρα θαρρετά,
Με τον ιδρώτα, τη δουλειά, τη μόρφωση,
Να στήσουμε της νιας ζωής ολάνθιστο το δέντρο.
Ήταν σκληρό τ’ ανήφορου τ’ ανέβασμα.
Ήταν πικρά τα χρόνια.
Όμως
Ήρθε καιρός ανθοφοράς κι’ ήρθε καιρός καρπίσιος.
Στα φτωχικά σπιτάκια σου,
Στις μορφογειτονιές σου,
Τούφες πυκνοπετάγονται ανθοί και δέντρα τώρα,
Που τις χαϊδεύει τρυφερά της θάλασσας τ’ αγέρι.
Στα σπλάχνα σου, σαν ρόδι, σκάει η ζωή,
Κι ο αγέρας σου χαρά μηνάει,
Κι η προκοπή σου ανθός μοσκοβολά.
Της προσφυγιάς πικρή γωνιά,
Μιας νιας ζωής ολάνθιστο εγίνηκες περβόλι,
Και σ’ αγαπούμε μες στον πόνο μας,
Και σε πονούμε στην ανάμνησή μας,
Φτωχή Καλαμαριά.

Λιανίδης Σίμος, «Καλαμαριά» στο Λιανίδης Σίμος, Ποιήματα, Αθήνα 1997, σελ. 44-46.

 

Διαβάστε για τη ζωή και το έργο του σπουδαίου Καλαμαριώτη δάσκαλου Σίμου Λιανίδη στο Pontos-news

Our website is protected by DMC Firewall!