Ένα επεισόδιο με τους ψαράδες της Νέας Κρήνης, χαρακτηριστικό του αυθορμητισμού και της φιλοτιμίας τους, μας μεταφέρει ο γνωστός θεσσαλονικιός λογοτέχνης Γιώργος Σκαμπαρδώνης στο παρακάτω απόσπασμα από το διήγημά του “Μύδια στο Ανθοδοχείο”.

 

[Εικόνα: Κώστας Λούστας, Αρετσού, 1982, λάδι σε καμβά]

 

ΜΥΔΙΑ ΣΤΟ ΑΝΘΟΔΟΧΕΙΟ

  Θα 'ταν γύρω στους έξι εφτά, από τριάντα έως εξήντα χρονών, ψαράδες, αξύριστοι και βρώμικοι. Κάθονταν σε γκαζοτενεκέδες και ψήνανε μύδια πάνω σε ένα λαμαρινένιο ταβά, έχοντας από κάτω ένα γαλάζιο διαβολάκι με υγραέριο. Τα 'παιρναν ύστερα όπως ήταν αχνιστά, τ'άσταζαν λεμόνι και τα έτρωγαν ολόκληρα, πίνοντας ούζο από μικρά εικοσιπενταράκια, γελώντας τρανταχτά, κάνοντας αστεία, σκουντώντας ο ένας τον άλλον.
   Πιο κάτω, στα εκατό μέτρα, λαμπύριζε η θάλασσα με τις τραβηγμένες βάρκες, τα πλαστικά απορρίμματα, τα ψαροπούλια. Κι από εδώ έκανε κούρμπα ο δημόσιος δρόμος της Νέας Κρήνης όπου έμενα, σε μια καινούργια πολυκατοικία, κι όπου μόλις είχα φτάσει με το αυτοκίνητο, καταμεσήμερο και ντάλα μεσημέρι, να παρκάρω στο συνηθισμένο σημείο.
   Αλλά οι ψαράδες που τα πίναν είχαν παρατήσει στο μέρος που παρκάριζα τέσσερα σαραβαλιασμένα τρίκυκλα φορτωμένα ψαροκασέλες, σε αρκετή απόσταση το ένα από το άλλο, τόση όμως που, ούτε ενδιάμεσα να χωράει αυτοκίνητο, ούτε και να μένει χώρος άλλος για πάρκινγκ. Αν μετακινούσαν τα δύο τρίκυκλα πιο κοντά θα μπορούσα κι εγώ άνετα να ρεμιζάρω. Αλλιώς θα 'πρεπε να προχωρήσω γύρω στα πεντακόσια μέτρα για να βρω άλλον χώρο και να γυρίσω με τα πόδια, πράγμα που δεν το ήθελα γιατί ήμουνα κουρασμένος, μούσκεμα στον ιδρώτα κι ο ήλιος βάραγε άσχημα.
   Είχα βγει από το αυτοκίνητο και τους παρατηρούσα με μισόκλειστα μάτια από το πολύ φως, τους κοίταγα με φθόνο, που γλεντοκοπούσαν. Σε μια καμπή του κεφιού, κάποια στιγμή που ησύχασαν λίγο, στηλώνομαι και τους φωνάζω από τα δέκα μέτρα:
- Ρε παιδιά, δεν τραβάτε λίγο τα τρίκυκλα να παρκάρουμε κι εμείς;
   Σιωπή απειλητική έπεσε στην παρέα, οι ψαράδες σταμάτησαν κάθε κίνηση, βαλσαμώθηκαν για μια στιγμή κι ύστερα ένας, ο πιο γεροδεμένος, δύο μέτρα ύψος, ξεδιπλώνεται όρθιος, μεγαλοπρεπής, και μου φωνάζει προκλητικά:
- Άντε ρε μαλάκα που θες και να παρκάρεις. Τράβα παραπάνω στην ανοιχτωσιά να βάλεις το ρημάδι σου.
   Οι άλλοι γέλασαν, κάτι μουρμούρισαν μεταξύ τους, ενώ εγώ, μετά το πρώτο κύμα οργής που το 'νιωσα να ξεσπάει ως κάτω στα πόδια μου, προσπάθησα να κρατηθώ ψύχραιμος. Δεν μπορούσα να τα βάλω μ' αυτόν τον μαγκλαρά, και ύστερα ήταν και οι άλλοι που θα με λιάνιζαν. Γυρίζω και του λέω με σταθερή φωνή:
- Καλά ρε φίλε, αντί να μου πεις να έρθω να κεράσετε ένα ούζο, με βρίζεις κι από πάνω;
   Ο μαγκλαράς έμεινε μετέωρος, άφωνος, να ταλαντεύεται όρθιος στον ήλιο, σαν κύκλωπας που του κάρφωσαν ξαφνικά το παλούκι στο μοναδικό του μάτι. Οι άλλοι κατάλαβαν το νόημα και τον αρπάζουν από πίσω, τον καθίζουν κάτω διά της βίας και μου φωνάζουν:
- Έλα, ρε λεβέντη, έλα να φας ένα μύδι μαζί μας.
   Στέκομαι λίγο, κι ύστερα τους πλησιάζω περήφανος, με βήμα και ύφος λίγο βαρύ. Για πότε πετάγονται δύο και τραβούν τα τρίκυκλα, για πότε ένας τρίτος παίρνει το αυτοκίνητό μου και το παρκάρει, για πότε με καθίζουν σε έναν ανάποδο γκαζοτενεκέ και βρίσκομαι με ένα μύδι στο χέρι και μ΄ένα εικοσιπενταράκι στο άλλο, δεν το κατάλαβα.
   Σε λίγο γυρίζουν κι άλλοι τρεις από τα παρκαρίσματα, ξαναμμένοι από την προσπάθεια, γυρτοί από το ούζο και τον ήλιο, και κάθονται. [...]

 

Από το βιβλίο: Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μάτι φώσφορο κουμάντο γερό, Εκδόσεις Ιανός, 1989.

Our website is protected by DMC Firewall!